Home > ΣΥΧΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

ΣΥΧΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Η Διαμεσολάβηση είναι μία ισότιμη διαδικασία εξωδικαστικής επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών. Η διαδικασία ξεκινά με την ενημέρωση των εμπλεκόμενων στις διαφορές μερών και των Δικηγόρων τους πάνω στη Διαμεσολάβηση μέσω του κέντρου μας και από Διαμεσολαβητή του Δημοσίου Πίνακα Διαμεσολαβητών του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Μετά, εφόσον όλοι επιθυμούν να πραγματοποιηθεί Διαμεσολάβηση, το δηλώνουν με γραπτή συμφωνία, όπου ορίζεται, μεταξύ άλλων, η ημερομηνία αυτής και ο κοινής τους επιλογής Διαμεσολαβητής. Τα ενδιαφερόμενα μέρη που συμφώνησαν να προσφύγουν στη διαδικασία της Διαμεσολάβησης, προσέρχονται μαζί με τους πληρεξούσιους Δικηγόρους τους, την ημέρα της Διαμεσολάβησης, σε κατάλληλα διαμορφωμένους χώρους για τη διενέργειά της, όπως αυτούς που διατηρεί το Κέντρο Διαμεσολάβησης του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών (Ακαδημίας 18, Αθήνα – 4ος όρ.).

Σε αυτούς πραγματοποιούνται κοινές συναντήσεις του Διαμεσολαβητή με όλους ή κατ’ ιδίαν με κάθε πλευρά (Δικηγόρο και πελάτη – μέρος της διαφοράς) με τρόπο που διευκολύνει το διάλογο και τον εντοπισμό κοινά αποδεκτής λύσης. Ο Διαμεσολαβητής έχει περάσει ειδική πολυεπιστημονική εκπαίδευση και πολλαπλές εξετάσεις για να αποφορτίσει, να βοηθά να δουν τα μέρη νηφάλια το πρόβλημα τους, να αναλογιστούν τις πρακτικές ανάγκες και τα πραγματικά και ρεαλιστικά συμφέροντά τους, να διευκολύνει να εκφραστούν όλοι και να συμβάλλουν ισότιμα στην τελική λύση.

Η διαδικασία της Διαμεσολάβησης εντάχθηκε στο Ελληνικό Δίκαιο με τον νόμο 3898/2010 όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 4512/2018. Παράγει συμφωνίες με δυνατότητα αυξημένης δεσμευτικής ισχύος, όπως αυτή μίας δικαστικής απόφασης, χωρίς να χρειαστεί να πάνε τα μέρη της διαφοράς στο Δικαστήριο και υπό συνθήκες απορρήτου και εμπιστευτικότητας, εκτός αν τα ίδια επιθυμούν να τη δημοσιοποιήσουν.

Η υπαγωγή της διαφοράς στη Διαμεσολάβηση γίνεται με γραπτή συμφωνία των μερών της διαφοράς είτε πριν είτε μετά την προσφυγή τους σε Δικαστήριο και έως την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Επίσης, το Δικαστήριο μπορεί, σε κάθε στάση της δίκης, λαμβανομένων υπόψη και των περιστάσεων της εκάστοτε υπόθεσης, να καλεί τα μέρη να προσφύγουν στη διαδικασία της Διαμεσολάβησης, δίνοντας σύντομη αναβολή (όχι κατώτερη των τριών μηνών και όχι ανώτερη του εξαμήνου).

O Διαμεσολαβητής είναι ένας ουδέτερος, τρίτος σε σχέση με τα μέρη μίας διαφοράς και ανεξάρτητος ειδικός επιστήμονας, με ειδική κατάλληλη επαγγελματική κατάρτιση και εκπαιδευτής, διαπιστευμένος από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τον βρίσκει κάποιος σε ειδικό Δημόσιο Πίνακα του Υπουργείου, στην ιστοσελίδα αυτού (diamesolavisi.gov.gr). Ο Διαμεσολαβητής καλείται να αναλάβει τη διεκπεραίωση της διαδικασίας, δρώντας κατάλληλα, αποτελεσματικά και αμερόληπτα και να βοηθήσει τα συμβαλλόμενα μέρη στην επίτευξη μιας αμοιβαίας ικανοποιητικής λύσης, που αποτυπώνεται σε συμφωνία με δυνατότητα αυξημένης δεσμευτικής ισχύος (εκτελεστότητας).

Μέσω της διαδικασίας της Διαμεσολάβησης μπορούν να επιλυθούν αστικές και εμπορικές διαφορές ιδιωτικού δικαίου (μισθωτικές, διακανονισμοί οφειλών, διαφορές μεταξύ συνεταίρων κτλ) με συμφωνία των μερών (ιδιωτών, επαγγελματιών, εμπόρων επιχειρήσεων που εμπλέκονται σε αυτές πλην λίγων εξαιρέσεων, όπου ο νόμος υποχρεώνει τα μέρη ορισμένων διαφορών να τις λύσουν αποκλειστικά δικαστικά.

Ορισμένες ιδιωτικές διαφορές υπάγονται υποχρεωτικά σε διαδικασία διαμεσολάβησης (άρθρο 182 παρ. 1 νόμου 4512/2018):

1.Διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση οροφοκτησίας

2.Αποζημίωση οποιασδήποτε μορφής ζημίας από αυτοκίνητο

3.Αποζημίωση ασθενών ή των συγγενών τους σε βάρος ιατρών, οι οποίες ανακύπτουν κατά την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας των τελευταίων

4.Διαφορές από την προσβολή εμπορικών σημάτων, διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, βιομηχανικών σχεδίων ή υποδειγμάτων

5.Μεγάλο μέρος των οικογενειακών διαφορών

6.Διαφορές από αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα των προσώπων που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 622Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Συνεπώς, αποκλείονται από τη διαδικασία, οι διαφορές μεταξύ πολίτη και κράτους, όπως είναι οι φορολογικές (άρθρο 182 παρ. 2 του νόμου 4512/2018)

Μετά από κάποια σύντομα βήματα προετοιμασίας, το κυρίως στάδιο της διεξαγωγής της Διαμεσολάβησης συνήθως ολοκληρώνεται εντός μίας ημέρας.

Κάθε μέρος αμείβει τον Δικηγόρο του για τη συμμετοχή του στη Διαμεσολάβηση και καταβάλλει μέρος της αμοιβής του Διαμεσολαβητή (την οποία μοιράζεται με το άλλο μέρος, ως προς την καταβολή της). Η αμοιβή του Διαμεσολαβητή, όπως και του Δικηγόρου ορίζεται από αυτόν ελεύθερα, αλλά τη γνωρίζουν τα μέρη πριν την έναρξη της διαδικασίας της Διαμεσολάβησης και την έχουν συμφωνήσει μαζί του.

Γιατί συνιστά μια εξαιρετικά ταχεία διαδικασία, σε σχέση με τη δικαστική και τους επιτρέπει να επιλύσουν τη διαφορά τους χωρίς καθυστερήσεις.

Γιατί τα μέρη αποφορτίζονται, συζητούν και συμμετέχουν ενεργά στη λύση του προβλήματός τους και διαμορφώνουν ουσιαστικά τη λύση της διαφοράς, μέσα από τον διάλογο και τη διαπραγμάτευση.

Γιατί η διαδικασία καλύπτεται από απόρρητο και εχεμύθεια και όσα λέγονται σε αυτή δεν γίνεται να χρησιμοποιηθούν έξω από αυτή με ρητή διάταξη νόμου (άρθρο 192 του νόμου 4512/2018). Δεν βλάπτεται η φήμη των μερών.

Γιατί Διαμεσολάβηση είναι οικονομικότερη από τη δικαστική διαδικασία λόγω της σύντομης διάρκειάς της και της έλλειψης πολλών φορολογικών επιβαρύνσεων (όπως το δικαστικό ένσημο).

Γιατί η συμφωνία επίλυσης της διαφοράς μπορεί, υπό απλές προϋποθέσεις να καταστεί τίτλος εκτελεστός, με αυξημένη δεσμευτική ισχύ, όπως αυτή μίας δικαστικής απόφασης.

Γιατί στη Διαμεσολάβηση λαμβάνονται υπόψη τόσο οι νομικές και οικονομικές όσο και οι κοινωνικές και συναισθηματικές πτυχές μίας διαφοράς και συνεκτιμώνται στην τελική λύση.

Γιατί η Διαμεσολάβηση συμβάλλει στη σταθεροποίηση και διάσωση των συγγενικών, επιχειρηματικών, επαγγελματικών και των κοινωνικών σχέσεων και ενίοτε στη βελτίωση και αποκατάσταση αυτών.